μουρμούρα
η, και μουρμούρι, το, ουσ.

- χαμηλόφωνη αλλά ασταμάτητη, και φυσικά κουραστική, ομιλία, συνήθως, ανάμεσα σε δύο άτομα, α) ψιθυρισμός, β) γκρίνια, μεμψιμοιρία, γογγυσμός
- (ιχθυολ.) μεσογειακό είδος ψαριού, συνών. βασιλόψαρο, η επιστ. του ονομ.: Lithognathus mormyrus (Λιθόγναθος ο μορμύρος και μόρμυρος) [διώνυμο], έχει μήκος 20-30 εκ., μυτερό ρύγχος και σαρκώδη άσπρα χείλη, το χρώμα του λαμπερό ασημί με 10-20 κάθετες καστανόμαυρες σειρές στη ράχη και στα πλευρά, σαρκοφάγο, ζει σε ρηχά νερά κοντά στις ακτές, σε βυθούς με άμμο αλλά και μαύρες φυκιάδες.
Ετυμολογία
< [για την 1η ερμ.] < μουρμουρίζω + [καταλ.] -α, [για τη 2η ερμ.] < αρχ. μορμύρος [= θαλάσσιο είδος, η μουρμούρα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μουρμούρα», σσ. 536-537. https://navalhistory.gr/lexiko/μουρμουρα/