navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μόλυνση

μόλυνση

η, ουσ.

διείσδυση και πολλαπλασιασμός παθογόνων παρασίτων σε ανθρώπινο ή ζωικό οργανισμό, με συνέπεια την πρόκληση λειτουργικών διαταραχών, συνών. μόλεμα, μίανση, (φρ.) «μόλυνση περιβάλλοντος», σταδιακή ρύπανση του χώρου από βλαβερές ουσίες τόσο για τον άνθρωπο όσο και για τους άλλους ζωντανούς οργανισμούς και η οποία οφείλεται, κυρίως, στην αλόγιστη βιομηχανική ανάπτυξη.

Ετυμολογία

< αρχ. μόλυν(σις) [= βεβήλωση, μαγάρισμα] + -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μόλυνση», σ. 532. https://navalhistory.gr/lexiko/μολυνση/