navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μοιραίος

μοιραίος

-α, -ο, επίθ.

  1. προκαθορισμένος, καθορισμένος
  2. (για πρόσωπα και ενέργειες) καταστροφικός, ολέθριος
  3. (μτφ.) αυτός που εντυπωσιάζει, που ασκεί γοητεία πάνω στους άλλους
  4. (το ουδ. ως ουσ.) μοιραίο, το κακό που αδύνατο να το αποφύγει κανείς.

Ετυμολογία

μτγν. < αρχ. μοῖρα < μείρομαι. Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα πίνουμε πάντα μας σκυφτοί. Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα, όπου μας εύρει, μας πατεί. Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μοιραίος», σ. 531. https://navalhistory.gr/lexiko/μοιραιοσ/