μνημείο
το, ουσ.
- κατασκευαστική σύνθεση από ποικίλα υλικά, ξύλα, μέταλλα, τσιμέντο, πέτρες κ.λπ. που τοποθετείται σε ανοιχτό δημόσιο χώρο και διακρίνεται για την αισθητική και καλλιτεχνική δημιουργία της, με σκοπό την ανάμνηση κάποιου ιστορικού προσώπου ή γεγονότος, πάντοτε με την σημασιολογική και τιμητική αξία που διακρίνει τις ανώτερες κοινωνικά – πολιτικά – ηθικά – πολιτισμικά δράσεις, μαυσωλείο
- κάθε κτήριο που θεωρείται σημαντικό για την ιστορική πορεία του τόπου στο οποίο βρίσκεται
- κάθε αξιόλογο ανθρώπινο δημιούργημα ή πράξη, που διέπεται από υψηλές πανανθρώπινες αξίες.
Ετυμολογία
< αρχ. μνημεῖον.
Σύνθετα
μνημειώδης, μνημειακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μνημείο», σ. 530. https://navalhistory.gr/lexiko/μνημειο/