μικροβόλτ
το, άκλ. ουσ.
(ηλεκτρολ.) μονάδα μέτρησης τών διαφορών ηλεκτρικού δυναμικού η οποία ισοδυναμεί με ένα εκατομμυριοστό του βολτ.
Ετυμολογία
(νόθο σύνθετο) αγγλ. microvolt < micro- [μικρό-] + volt [δες βολτ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μικροβόλτ», σ. 526. https://navalhistory.gr/lexiko/μικροβολτ/