navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μηχανουργείο

μηχανουργείο

το, ουσ.

εργαστήριο ή τμήμα εργοστασίου, στο οποίο εκτελούνται εργασίες συντήρησης και επισκευής μηχανών ή κατασκευή απλών μηχανικών εξαρτημάτων.

Ετυμολογία

< μηχαν(ή)- + -ουργείο(ν) < αρχ. ἔργο(ν).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηχανουργείο», σ. 525. https://navalhistory.gr/lexiko/μηχανουργειο/