μηχανοδηγός
ο, ουσ.
- ο οδηγός της μηχανής του τρένου, τρενοδηγός
- χειριστής μηχανήματος.
Ετυμολογία
< μηχαν(ή) -ο- + οδηγός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηχανοδηγός», σ. 525. https://navalhistory.gr/lexiko/μηχανοδηγοσ/