navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μηχανοδηγός

μηχανοδηγός

ο, ουσ.

  1. ο οδηγός της μηχανής του τρένου, τρενοδηγός
  2. χειριστής μηχανήματος.

Ετυμολογία

< μηχαν(ή) -ο- + οδηγός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηχανοδηγός», σ. 525. https://navalhistory.gr/lexiko/μηχανοδηγοσ/