μηχανικός¹
ο, ουσ.
αυτός που ασχολείται με τη μηχανή ως κατασκευαστής ή ως συντηρητής ή ως τεχνίτης, σπανίως, ο χειριστής κάποιου μηχανήματος, (φρ.) «πρώτος - δεύτερος - τρίτος μηχανικός πλοίου», «μηχανικός αξιωματικός / επιθεωρητής / επόπτης / μηχανών εσωτερικής καύσης / προϊστάμενος εργοστασίου ή συνεργείου / του στόλου / βάρδιας / ψυκτικών μηχανημάτων», «πολιτικός μηχανικός», ο επιστήμονας εκείνος που ασχολείται με την κατασκευή τεχνικών έργων (δρόμων, σπιτιών κ.λπ.) [μτφρδ. από τη γαλλ. ingénieur civil].
Ετυμολογία
< αρχ. μηχανικός.
Σύνθετα
αρχιμηχανικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηχανικός», σ. 524. https://navalhistory.gr/lexiko/μηχανικοσ/