navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μηχανή

μηχανή

η, ουσ.

  1. συσκευή που πολλαπλασιάζει την ανθρώπινη δύναμη ή τη δύναμη του αλόγου και διευκολύνει στην ολοκλήρωση της εργασίας
  2. εξάρτημα οχήματος, σκάφους, τρένου κ.λπ. που δίνει κίνηση, συνών. κινητήρας
  3. (συνεκδ.) το πρώτο βαγόνι τρένου το οποίο διαθέτει την τεχνολογική υποδομή για να έλκει τα άλλα
  4. (μτφ.) το κόλπο που στήνει κάποιος για να πραγματοποιήσει μια απάτη, τέχνασμα, ραδιουργία
  5. η μέθοδος
  6. η μοτοσικλέτα
  7. (φρ.) «μηχανή ακριβείας / αναστροφής / απλής εκτόνωσης / απλής ενέργειας / βοηθητικών εργασιών / εσωτερικής καύσης / διπλής ή τριπλής εκτονώσεως / διπλής ενέργειας / δοκιμής υλικών / κάμψεως ελασμάτων / καρφώσεως ελασμάτων / κοπής ελασμάτων / διαμήκους κοπής / εγκάρσιας επεξεργασίας ξύλου / κατεργασίας σωλήνων / ντίζελ / περιελίξεως πηνίων / πετρελαίου / πολλαπλής εκτόνωσης / στίλβωσης / υψηλής πιέσεως», «ακτινωτή / ανυψωτική / βοηθητική / βραδύστροφος / δικύλινδρος / διστρόφαλος / εκτονωτική / ελικοτομική / ένζυγος / απαγωγική / ηλεκτρική / ηλεκτροπαραγωγός / καταδυτική / θερμική / ναυτική / ολιγόστροφη / οριζόντια / παλινδρομική / περιστροφική / προωστική / συγκολλητική / τετρακύλινδρη / τετράχρονη - τρίχρονη - δίχρονη μηχανή».

Ετυμολογία

< αρχ. μηχανή.

Σύνθετα

αμηχανία, αμήχανα, αμήχανος, αποβιομηχάνιση, βιομηχανία, βιομηχανικά, βιομηχανικός, βιομήχανος, βενζινομηχανή, εργαλειομηχανή, γραφομηχανή, εκβιομηχανίζω, εκβιομηχάνιση, εκμηχανίζω, εκμηχάνιση, εκμηχανισμός, κουζινομηχανή, κρεατομηχανή, μεγαλοβιομηχνία, μεγαλοβιομήχανος, μηχανέλαιο, μηχανέλαιο, μηχανόβιος, μηχανογράφηση, μηχανογραφία, μηχανογραφικά, μηχανογραφικό, μηχανογραφικός, μηχανογραφώ, μηχανοδηγός, μηχανοδίφης, μηχανοειδής, μηχανοκάικο, μηχανοκίνητος, μηχανοκράτης, μηχανοκρατία, μηχανολογικά, μηχανολογικός, μηχανολόγος, μηχανοπέδη, μηχανοποίηση, μηχανοποίητος, μηχανοποιώ, μηχανοργάνωση, μηχανορραφία, μηχανορράφος, μηχανορραφώ, μηχανοστάσιο, μηχανοτεχνίτης, μηχανότρατα, μηχανουργείο, μηχανουργία, μηχανουργικά, μηχανουργικός, μηχανουργός, ραπτομηχανή.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηχανή», σσ. 523-524. https://navalhistory.gr/lexiko/μηχανη/