μετρητό
το, ουσ. [ουδ. πληθ. του επιθ. μετρητός]
[λαϊκότροπο] χρήμα σε κέρματα ή χαρτονομίσματα ή τραπεζογραμμάτια [μπαγκανότα εν.], που μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα σε συναλλαγή, το ρευστό, περιουσία σε χρήματα, [συνήθως στον πληθ.] τα μετρητά.
Ετυμολογία
< αρχ. μετρητός < μετρέω [= διαβαίνω, διασχίζω] < μέτρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετρητό», σ. 521. https://navalhistory.gr/lexiko/μετρητο/