μετατροπέας
ο, ουσ.
αυτός που μεταβάλλει, που μετατρέπει, α) συσκευή μεταβολής της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος, μετασχηματιστής, β) μηχανισμός τροποποίησης των ιδιοτήτων ή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων κάποιας ουσίας, γ) (πληροφ.) λογισμικό πρόγραμμα υπολογιστικής μετατροπής ισοτιμιών νομισμάτων, δ) (φρ.) «μετατροπέας ροπής - torque converter», (μηχανολ.) μηχανισμός μετάδοσης της κίνησης σε αυτόματα κιβώτια ταχυτήτων μέσω υδραυλικών συστημάτων, «μετατροπέας καταλυτικός», ο καταλύτης.
Ετυμολογία
< μετατροπ(ή) -εύς > -έας, μτφρδ. από τη γαλλ. convertisseur.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετατροπέας», σσ. 518-519. https://navalhistory.gr/lexiko/μετατροπεασ/