μεταλλο-
πρώτο συνθετικό, πολλών ξένων επιστημονικών όρων από τους χώρους της χημείας, της τεχνολογίας, της γεωλογίας και της ιατρικής π.χ.: μεταλλογραφία, μεταλλουργία, μεταλλοχημεία, μεταλλοχρωμία.
Ετυμολογία
< διεθν. metallo- < αρχ. μέταλλον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεταλλο-», σ. 517. https://navalhistory.gr/lexiko/μεταλλο-2/