μετάλλευμα
το, ουσ.
φυσικός σχηματισμός ορυκτών που ενσωματώνει διάφορα είδη μετάλλων σε μορφή ενώσεων και συγκεντρώσεις οι οποίες κάνουν τεχνικά δυνατή και οικονομικά σκόπιμη τη βιομηχανική εκμετάλλευσή τους, συνών. μινεράλι.
Ετυμολογία
< μτγν. μετάλλευμα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετάλλευμα», σ. 517. https://navalhistory.gr/lexiko/μεταλλευμα/