navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μετακινώ

μετακινώ

ρ. [μετβ.]

αλλάζω θέση σε κάποιο αντικείμενο, μετατοπίζω, [ως αμετβ.] μετακινούμαι, μετατοπίζομαι αλλά και απομακρύνομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. μετακινῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετακινώ», σ. 517. https://navalhistory.gr/lexiko/μετακινω/