μεσολαβητής
ο, μεσολαβήτρια, η, ουσ.
αυτός που μεσολαβεί, που παρεμβαίνει ανάμεσα σε πρόσωπα, ομάδες, κράτη κ.λπ. για να επιτευχθεί κάποια συμφωνία επίλυσης των διαφορών τους.
Ετυμολογία
< μεσολαβη- (< μεσολαβώ) -της.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσολαβητής», σ. 515. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσολαβητησ/