μεσιτεία
η, ουσ.
- μεσολάβηση ανάμεσα σε δύο άτομα ή ομάδες ή και περισσότερα μέρη για την επίτευξη συμφωνίας
- η ενέργεια του μεσίτη
- (συνεκδ.) η πληρωμή του μεσίτη, δηλ. τα μεσιτικά.
Ετυμολογία
< μτγν. μεσιτεία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσιτεία», σ. 514. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσιτεια/