μεσημβρινοανατολικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που είναι νοτιοανατολικός.
Ετυμολογία
< μεσημβριν(ός) -ο- + ανατολικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσημβρινοανατολικός», σ. 513. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσημβρινοανατολικοσ/