μερκατορικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με το χαρτογραφικό σύστημα του *Μερκάτορα, (φρ.) «μερκατορική προβολή / πλεύση».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μερκατορικός», σ. 512. https://navalhistory.gr/lexiko/μερκατορικοσ/