navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μερικός

μερικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που αποτελεί μέρος ενός συνόλου, αντών. ολικός, γενικός
  2. λίγος, λιγοστός
  3. κάποιος, ορισμένος
  4. (φρ.) «μερική αβαρία / απώλεια / έκλειψη ηλίου – σελήνης».

Ετυμολογία

< αρχ. μερικός < μέρος [= ατομικός, ιδιαίτερος].

Παράγωγα

μερικεύω, μερικότητα.

Επιρρήματα

μερικώς [επίρρ.].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μερικός», σ. 512. https://navalhistory.gr/lexiko/μερικοσ/