μερικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που αποτελεί μέρος ενός συνόλου, αντών. ολικός, γενικός
- λίγος, λιγοστός
- κάποιος, ορισμένος
- (φρ.) «μερική αβαρία / απώλεια / έκλειψη ηλίου – σελήνης».
Ετυμολογία
< αρχ. μερικός < μέρος [= ατομικός, ιδιαίτερος].
Παράγωγα
μερικεύω, μερικότητα.
Επιρρήματα
μερικώς [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μερικός», σ. 512. https://navalhistory.gr/lexiko/μερικοσ/