μείωση
η, ουσ.
- το να ελαχιστοποιεί κάποιος ένα μέγεθος, μία ποσότητα, μία ταχύτητα κ.λπ. ελάττωση, λιγόστεμα
- (μτφ.) ταπείνωση, υποβάθμιση.
Ετυμολογία
< αρχ. μείω(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μείωση», σ. 510. https://navalhistory.gr/lexiko/μειωση/