navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μείωση

μείωση

η, ουσ.

  1. το να ελαχιστοποιεί κάποιος ένα μέγεθος, μία ποσότητα, μία ταχύτητα κ.λπ. ελάττωση, λιγόστεμα
  2. (μτφ.) ταπείνωση, υποβάθμιση.

Ετυμολογία

< αρχ. μείω(σις) -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μείωση», σ. 510. https://navalhistory.gr/lexiko/μειωση/