navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μεγεθύνω

μεγεθύνω

ρ. [μετβ.]

κάνω κάτι μεγαλύτερο από τις αρχικές του διαστάσεις, αυξάνω το μέγεθός του, το μεγαλώνω, συνών. διογκώνω, εξογκώνω, αντών. σμικρύνω, μαζεύω, περιστέλλω.

Ετυμολογία

< μτγν. μεγεθύνω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεγεθύνω», σ. 509. https://navalhistory.gr/lexiko/μεγεθυνω/