μαργωτήρα
η, ουσ.
(ιχθυολ.) βενθικό είδος ψαριού που κατοικεί σε βραχώδεις υφάλους αλλά και λασπώδης βυθούς, έχει τη δυνατότητα να προκαλεί ισχυρή ηλεκτρική εκκένωση για να ναρκώνει, να παραλύει ή και να θανατώνει το θύμα του όταν το ακουμπήσει, συνών. μουδιάστρα, ματομουδιάστρα, νάρκη.
Ετυμολογία
ίσως από το μάργ(αρος) -ω- + -τήρα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαργωτήρα», σ. 502. https://navalhistory.gr/lexiko/μαργωτηρα/