μάργα
η, ουσ.
(γεωλ. - ορυκτ.) ιζηματογενές πέτρωμα που αποτελείται από ασβεστίτη ή δολομίτη και αργιλικά ορυκτά, αξιοποιήσιμο στην παραγωγή διαφόρων τύπων τσιμέντων, συναντάται συχνά σε μεγάλες θαλάσσιες ή λιμναίες εκτάσεις, αργιλάσβεστος.
Ετυμολογία
< λατιν. marga.
Παράγωγα
μαργώδης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μάργα», σ. 502. https://navalhistory.gr/lexiko/μαργα/