μακρόμετρο
το, ουσ.
είδος τηλεσκοπίου που χρησιμοποιούσαν παλιότερα για να μετρούν την απόσταση ανάμεσα σε δύο πλοία.
Ετυμολογία
< μακρό(ς) + μέτρο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μακρόμετρο», σ. 497. https://navalhistory.gr/lexiko/μακρομετρο/