navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μάκα

μάκα

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

η βρομιά, το λέρωμα.

Ετυμολογία

ίσως από το ιταλ. macchia [= λεκές] < λατιν. macula.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μάκα», σ. 497. https://navalhistory.gr/lexiko/μακα/