μαδρέπορα
τα, ουσ.
(ωκεανογρ.) γένος πετρωδών κοραλλιών με παρά πολλά είδη, σχηματίζει συχνά κοραλλιογενείς υφάλους ή κοραλλιογενή νησιά (ατόλες) σε τροπικές θάλασσες, συνών. αμφ(ι)ηλία.
Ετυμολογία
< αγγλ. madrepora < mother of pores [= μητέρα των πόρων].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαδρέπορα», σ. 496. https://navalhistory.gr/lexiko/μαδρεπορα/