navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μαγνητίζω

μαγνητίζω

ρ. [μετβ.]

  1. έλκω κάτι με τη βοήθεια μαγνήτη
  2. μετατρέπω κάποιο σώμα σε μαγνήτη
  3. (μτφ.) επιβάλλομαι σε κάποιον με μυστηριώδη τρόπο
  4. (μτφ.) γοητεύω, συνών. εντυπωσιάζω, αιχμαλωτίζω, σαγηνεύω.

Ετυμολογία

< μαγνήτης [δες λ. ετυμ.]. μαγνήτισμα, μαγνήτιση.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαγνητίζω», σ. 494. https://navalhistory.gr/lexiko/μαγνητιζω/