μαγνητίζω
ρ. [μετβ.]
- έλκω κάτι με τη βοήθεια μαγνήτη
- μετατρέπω κάποιο σώμα σε μαγνήτη
- (μτφ.) επιβάλλομαι σε κάποιον με μυστηριώδη τρόπο
- (μτφ.) γοητεύω, συνών. εντυπωσιάζω, αιχμαλωτίζω, σαγηνεύω.
Ετυμολογία
< μαγνήτης [δες λ. ετυμ.]. μαγνήτισμα, μαγνήτιση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαγνητίζω», σ. 494. https://navalhistory.gr/lexiko/μαγνητιζω/