μαγνάλιο
το, ουσ.
(μεταλλ.) κράμα αλουμινίου και μαγνησίου, αντιδιαβρωτικό εξαιρετικά συγκολλητικό και εύκαμπτο.
Ετυμολογία
< νεολατιν. magnalium.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαγνάλιο», σ. 494. https://navalhistory.gr/lexiko/μαγναλιο/