μαγγανίνη
η, ουσ.
(μεταλλ.) εμπορική ονομασία κράματος χαλκού και μαγγανίου που περιέχει μικρές ποσότητες νικελίου και χρησιμοποιείται για την κατασκευή ηλεκτρικών αντιστάσεων.
Ετυμολογία
< μαγγάν(ιο) [δες λ.] + - ίνη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαγγανίνη», σ. 493. https://navalhistory.gr/lexiko/μαγγανινη/