navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λουξ

λουξ¹

άκλ. επίθ.

πολυτελής, (φρ.) «καμπίνα / διαμέρισμα / κατασκευή λουξ».

Ετυμολογία

< γαλλ. luxe < λατιν. luxus [= πολυτέλεια, λαμπρότητα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λουξ», σ. 490. https://navalhistory.gr/lexiko/λουξ/