λίπος
το, ουσ.
- στερεή ζωική ουσία, που βρίσκεται στο σώμα του ανθρώπου και των ζώων, πάχος
- κάθε παρόμοια ουσία, γράασο.
Ετυμολογία
< αρχ. λίπος.
Παράγωγα
λιπαρός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λίπος», σ. 486. https://navalhistory.gr/lexiko/λιποσ/