navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λιοπύρι

λιοπύρι

το, ουσ.

πολλή ζέστη που προκαλείται από τις ακτίνες του ηλίου, μεγάλος καύσωνας, (η)λιόκαμα.

Ετυμολογία

< (ή)λιο(ς) + πυρά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιοπύρι», σ. 486. https://navalhistory.gr/lexiko/λιοπυρι/