navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λιοκάθισμα

λιοκάθισμα

το, ουσ.

η στιγμή του ηλιοβασιλέματος, την ώρα δηλ. που αγγίζει τον ορίζοντα.

Ετυμολογία

< (ή)λιο(ς) + κάθισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιοκάθισμα», σ. 486. https://navalhistory.gr/lexiko/λιοκαθισμα/