λιναρόλαδο
Και: λινέλαιο
το, ουσ.
λάδι που παράγεται με έκθλιψη των σπόρων του λιναριού και χρησιμοποιείται κυρίως στην παρασκευή ελαιοχρωμάτων, συντηρητικών ξυλείας αλλά και ως διατροφικό προϊόν πλούσιο σε ω-3 και ω-6 μετά από διαδικασία ψυχρής πίεσης βιολογικού λιναρόσπορου.
Ετυμολογία
< λινάρ(ι) -ο- + λάδι ή έλαιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιναρόλαδο και λινέλαιο», σ. 485. https://navalhistory.gr/lexiko/λιναρολαδο-και-λινελαιο/