λιμνοχαρής
-ής, -ές, επίθ.
αυτός που αρέσκεται να ζει στη λίμνη ή στον περιβάλλοντα χώρο της λίμνης, λιμνόβιος.
Ετυμολογία
< λίμν(η) -ο- + -χαρής < χαίρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιμνοχαρής», σ. 485. https://navalhistory.gr/lexiko/λιμνοχαρησ/