navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λίμνασμα

λίμνασμα

το, ουσ.

  1. η στασιμότητα των νερών, ο σχηματισμός μικρής λίμνης
  2. (μτφ.) η αδράνεια, η απραξία, η ακινησία αλλά και διαιώνιση.

Ετυμολογία

< λιμνασ- (< αρχ. λιμνάζω) + -μα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λίμνασμα», σ. 484. https://navalhistory.gr/lexiko/λιμνασμα/