λιμενεργάτης
ο, ουσ.
(επάγγ.) εργάτης στο χώρο του λιμανιού, που φορτώνει και ξεφορτώνει εμπορεύματα στα πλοία.
Ετυμολογία
< λιμέν(ας) + εργάτης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιμενεργάτης», σ. 484. https://navalhistory.gr/lexiko/λιμενεργατησ/