λαμπα(ν)τέρ
το, άκλ. ουσ.

α) είδος κινητού φωτιστικού με ξύλινη ή μεταλλική βάση και περίβλημα γύρω από τη λάμπα, β) κάθε μικρό φωτιστικό, (φρ.) «λαμπαντέρ κρεμαστό / επιδαπέδιο».
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. lampadaire [= πολυέλαιος] < λατιν. lampadarium < lampada και lampas + κατάλ. -artium < αρχ. λαμπάς [= πυρσός, φως] < λάμπω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαμπα(ν)τέρ», σ. 475. https://navalhistory.gr/lexiko/λαμπαντερ/