ίχνος
το, ουσ.
- αποτύπωμα, σημάδι, πατημασιά, χνάρι
- κάθε σημάδι που μπορεί να φανερώσει για το τι προηγήθηκε, συνών. απομεινάρι, λείψανο
- ελάχιστη ποσότητα, συνών. στάλα
- (φρ.) «ίχνη πλοίου», κοινώς: νερά, απόνερα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἴχνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ίχνος», σ. 379. https://navalhistory.gr/lexiko/ιχνοσ/