ιχθυοφαγία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
το να τρέφεται κανείς με ψάρια, συνών. ψαροφαγία.
Ετυμολογία
< ιχθυο- [< αρχ. ἰχθύς] + -φαγία < θέμα φαγ- του Αορίστου β΄ ἔφαγον του ρήματος ἐσθίω [= τρώω].
Παράγωγα
ιχθυοφαγικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιχθυοφαγία», σ. 379. https://navalhistory.gr/lexiko/ιχθυοφαγια/