ιχθυοπωλείο
το, ουσ.
κατάστημα πώλησης ψαριών και θαλασσινών, [λαϊκά] το ψαράδικο.
Ετυμολογία
< μτγν. ἰχθυοπωλεῖον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιχθυοπωλείο», σ. 378. https://navalhistory.gr/lexiko/ιχθυοπωλειο/