navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ιχθυόκολλα

ιχθυόκολλα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

είδος κόλλας, συνών. ψαρόκολλα.

Ετυμολογία

< μτγν. ἰχθυόκολλα < αρχ. ἰχθύς + κόλλα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιχθυόκολλα», σ. 378. https://navalhistory.gr/lexiko/ιχθυοκολλα/