ιχθυάλευρο
το, ουσ.
ζωοτροφή που παράγεται από ολόκληρα ψάρια ή από μέρη του σώματος μεγάλων ψαριών μετά από βιομηχανική κατεργασία, πλούσια σε πρωτεΐνες, σημαντική στη διατροφή χοίρων, πουλερικών, κερασφόρων και γαλακτοφόρων ζώων, καθώς και σε ψάρια ενυδρείων και ιχθυοτροφείων.
Ετυμολογία
< αρχ. ἰχθύς + άλευρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιχθυάλευρο», σ. 377. https://navalhistory.gr/lexiko/ιχθυαλευρο/