ισοϋψής
-ής, -ές επίθ.
αυτός που έχει το ίδιο ύψος με κάποιον άλλον, αντών. ανισοϋψής, (φρ.) «ισοϋψής καμπύλη» αλλά και «υψομετρική καμπύλη», (χαρτογρ.) γραμμή που ενώνει σε χάρτη διάφορα σημεία της γήινης ή κάποιας άλλης πλανητικής επιφάνειας με το ίδιο υψόμετρο.
Ετυμολογία
< μτγν. ἰσοϋψής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισοϋψής», σ. 373. https://navalhistory.gr/lexiko/ισουψησ/