ισορρόπηση
η, ουσ.
η επίτευξη ή αποκατάσταση ισορροπίας, εξισορρόπηση, ισορροπία.
Ετυμολογία
< αρχ. ἰσορροπῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισορρόπηση», σ. 373. https://navalhistory.gr/lexiko/ισορροπηση/