navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ισόαλος

ισόαλος

-ος/-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που περιέχει ίση ποσότητα αλατιού με κάποιον άλλο
  2. (φρ.) «ισόαλες θάλασσες», (χαρτογρ.) «ισόαλες γραμμές», οι καμπύλες γραμμές όπως καταγράφονται πάνω σε αλιευτικούς χάρτες, που ενώνουν τα σημεία στα οποία η αλμυρότητα είναι η ίδια.

Ετυμολογία

< ἰσο- + ἅλς, γεν. ἁλός, ὁ, [= αλάτι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισόαλος», σ. 371. https://navalhistory.gr/lexiko/ισοαλοσ/