ισόαλος
-ος/-η, -ο, επίθ.
- αυτός που περιέχει ίση ποσότητα αλατιού με κάποιον άλλο
- (φρ.) «ισόαλες θάλασσες», (χαρτογρ.) «ισόαλες γραμμές», οι καμπύλες γραμμές όπως καταγράφονται πάνω σε αλιευτικούς χάρτες, που ενώνουν τα σημεία στα οποία η αλμυρότητα είναι η ίδια.
Ετυμολογία
< ἰσο- + ἅλς, γεν. ἁλός, ὁ, [= αλάτι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισόαλος», σ. 371. https://navalhistory.gr/lexiko/ισοαλοσ/