ινδικό
το, ουσ.
είδος φυτικής χρωστικής ουσίας, λουλάκι.
Ετυμολογία
< ισπαν. indigo [= χρωστική ουσία προερχόμενη από την Ινδία].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ινδικό», σ. 368. https://navalhistory.gr/lexiko/ινδικο/