ικανός
-ή, -ό, επίθ.
- (για πρόσ.) αυτός που μπορεί να κάνει κάτι με επιτυχία, ο επιδέξιος, ή αυτός που πραγματοποιεί τους στόχους που έχει σχεδιάσει
- (ειδικότ.) αυτός που είναι υγιής και αρτιμελής και γι αυτό κρίνεται από τη στρατιωτική επιτροπή κατάλληλος για στράτευση [κωδικοί διαβάθμισης ικανότητας του στρατεύσιμου: Ι1, Ι2, Ι3, Ι4 και Ι5, ο ακατάλληλος για στράτευση]
- αυτός που επαγγελματικά είναι καταξιωμένος, ο άξιος
- (για μεγέθη) αρκετά πολύς, μεγάλος, ώστε να μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Ετυμολογία
< αρχ. ἱκανός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ικανός», σ. 366. https://navalhistory.gr/lexiko/ικανοσ/