ιδρύω
ρ. [μετβ.]
- δημιουργώ, συγκροτώ μία μονάδα έργου που έχει ένα κοινό σκοπό
- κατασκευάζω ένα κτήριο, ανεγείρω, οικοδομώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἱδρύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιδρύω», σ. 365. https://navalhistory.gr/lexiko/ιδρυω/