navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ιδρύω

ιδρύω

ρ. [μετβ.]

  1. δημιουργώ, συγκροτώ μία μονάδα έργου που έχει ένα κοινό σκοπό
  2. κατασκευάζω ένα κτήριο, ανεγείρω, οικοδομώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἱδρύω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιδρύω», σ. 365. https://navalhistory.gr/lexiko/ιδρυω/