ίδρυμα
το, ουσ.
- οργανισμός που αποτελεί ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο και έχει κάποιον κοινωφελή σκοπό, (φρ.) «ίδρυμα ιδιωτικού δικαίου / δημοσίου δικαίου», «εκπαιδευτικό / φιλανθρωπικό ίδρυμα», «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων», «Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη»,
- το οικοδόμημα στο οποίο εδρεύει ο παραπάνω οργανισμός.
Ετυμολογία
< μτγν. ἵδρυμα, με αρχ. σημ. [ναός, ιερό], και σημδ. από την αγγλ. institution, foundation, establishment.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ίδρυμα», σ. 365. https://navalhistory.gr/lexiko/ιδρυμα/